HPV-Κονδυλώματα

Πρόκειται για εξωφυτικές αλλοιώσεις, δηλαδή αλλοιώσεις του δέρματος που προεξέχουν στην ουρογεννητική περιοχή.

Εμφανίζονται κυρίως στο αιδοίο, στον κόλπο, στον τράχηλο της μήτρας, στο περίνεο (η περιοχή ανάμεσα στο αιδοίο και τον πρωκτό), στον πρωκτό, ενώ στους άντρες συναντώνται στο πέος, στο όσχεο και την περιπρωκτική περιοχή.

Είναι μια σεξουαλικώς μεταδιδόμενη ασθένεια που πλήττει περισσότερο τους νέους ανθρώπους. H μετάδοση γίνεται κυρίως με την σεξουαλική επαφή, αν και θεωρητικά η επαφή δέρμα με δέρμα μπορεί να είναι αρκετή.

Η μόνη δυνατή προφύλαξη είναι η χρήση προφυλακτικού χωρίς όμως να παρέχει προστασία 100%.

Τα οξυτενή κονδυλώματα όπως ονομάζονται  επιστημονικά, προκαλούνται από τους ιούς των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV, Human Papilloma Virus).
H περίοδος επώασης του ιού μετά την έκθεση ποικίλει από τρεις εβδομάδες μέχρι και οκτώ μήνες, ενώ οι περισσότερες μολύνσεις είναι παροδικές και ο οργανισμός αυτοϊάται στα επόμενα δύο χρόνια.
Γενικά, ο ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων είναι η πιο κοινή σεξουαλικά μεταδιδόμενη ασθένεια. Το μέγιστο της συχνότητας εμφανίζεται σε ηλικίες μεταξύ 15 και 25 χρόνων στις  περισσότερες δυτικές κοινωνίες.
Εκτιμάται ότι τουλάχιστον το 50% των σεξουαλικώς ενεργών γυναικών και ανδρών, έχουν εκτεθεί στον ιό HPV στη ζωή τους. Επιπλέον, ειδικοί πιστεύουν πως πρακτικά όλοι οι ενήλικες έχουν ή θα έχουν επιμολυνθεί κάποια στιγμή στη ζωή τους, γιατί οι περισσότερες μολύνσεις είναι παροδικές χωρίς να ανιχνεύονται κατά συνέπεια τη στιγμή της εξέτασης. Επιπλέον, έχουν απομονωθεί πάνω από 40 διαφορετικά στελέχη ιών HPV τα οποία μπορούν να αποικίσουν την ουρογεννητική περιοχή.

Οι περισσότερες μολύνσεις από HPV, συμπεριλαμβανομένων και των καρκινογονικών υποτύπων, υποστρέφουν μέσα σε 6 με 12 μήνες.
Οι υποτύποι HPV6 και HPV11 είναι υπεύθυνοι για το 90% των κονδυλωμάτων, ενώ οι υποτύποι HPV16 και HPV18 για το 70% όλων των καρκίνων του τραχήλου της μήτρας παγκοσμίως.

Εκτιμάται ότι η στοχευμένη προστασία έναντι του HPV μέσω του συστηματικού εμβολιασμού σε νεαρή ηλικία θα αποτρέψει περίπου το 50% των προκαρκινικών βλαβών του τραχήλου και το 70% των διηθητικών καρκίνων του τραχήλου της μήτρας, καθώς επίσης και σχεδόν το 100% των κονδυλωμάτων.
 
Για τη θεραπεία των κονδυλωμάτων υπάρχουν τρεις προσεγγίσεις: χημική ή μηχανική καταστροφή της αλλοίωσης, ανοσολογική θεραπεία ή χειρουργική εξαίρεση. Η συνιστώμενη θεραπεία εξαρτάται απο τον αριθμό και το μέγεθος των βλαβών ενώ σε γενικές γραμμές, οι υποτροπές μετά τη θεραπεία κυμαίνονται σε ποσοστό 30 με 70% μετά 6 μήνες. Παρ’ολ’αυτά, αυτόματη ίαση (χωρίς κάποια θεραπεία δηλαδή) είναι επίσης δυνατή σε 20 με 30% των περιπτώσεων. 

Η χημική θεραπεία περιλαμβάνει αλοιφές και διαλύματα που τοποθετούνται τοπικά στη βλάβη με σκοπό την καταστροφή της μέσω μιας περιορισμένης εγκαυματικής επιφάνειας.
Τέτοιες ουσίες είναι η ποδοφυλοτοξίνη, η ποδοφυλλίνη, το τριχλωρο-οξικό οξύ.
Ακόμα, υπάρχει η δυνατότητα της χρήσης της αλοιφής imiquimod, ενός ανοσορυθμιστικού σκευάσματος που ενισχύει τοπικά το ανοσοποιητικό σύστημα.
Η μηχανική  μέθοδος, περιλαμβάνει την καταστροφή των βλαβών με ηλεκτρική διαθερμία ή με laser ενώ μπορούμε επίσης χειρουργικά να αφαιρέσουμε εκτενώς τη βλάβη με νυστέρι αν αυτή είναι μεγάλη σε μέγεθος.

Σε κάθε περίπτωση, η θεραπεία εξατομικεύεται ανάλογα με την έκταση των βλαβών και την επιθυμία της ασθενούς.