Καρκίνος ωοθηκών και σαλπίγγων

Η πιθανότητα μιας γυναίκας να εμφανίσει καρκίνο ωοθηκών κατά τη διάρκεια της ζωής της, υπολογίζεται κάτω από 2%, με τις περισσότερες περιπτώσεις να διαγιγνώσκονται στην ηλικία των 50-59 χρόνων.

Δυστυχώς, η διάγνωση συνήθως γίνεται σε προχωρημένα στάδια, καθώς τα συμπτώματα αργούν να παρουσιαστούν. Σε πρώιμο στάδιο όμως, η επιβίωση με την κατάλληλη θεραπεία, ξεπερνά το 90% στα πέντε χρόνια.

Συμπτώματα 

Αυτά είναι μη ειδικά και μπορούν να περάσουν απαρατήρητα από τη γυναίκα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αίσθημα κοιλιακής πληρότητας και κορεσμού, μετεωρισμός, πόνοι στην κοιλιά, συχνουρία, απώλεια όρεξης, είναι μερικά από αυτά. Τις περισσότερες φορές, η διάγνωση γίνεται τυχαία, μετά από κάποια εξέταση ή γυναικολογικό υπερηχογράφημα και την ανακάλυψη ενός μορφώματος της κοιλιακής χώρας. Δεν διαθέτουμε ακόμα κάποια αξιόπιστη μέθοδο πρόληψης του καρκίνου της ωοθήκης που να εφαρμόζεται συστηματικά και σε ευρεία κλίμακα, όπως γίνεται για παράδειγμα με το τεστ Παπ και τον καρκίνο του τραχήλου. Οι μόνες εξετάσεις που μπορούν να μας δώσουν κάποιες ενδείξεις (οι οποίες και εφαρμόζονται επί υποψίας κακοήθειας), είναι το υπερηχογράφημα και η μέτρηση στο αίμα του δείκτη CA-125.

Παρόλ’αυτά, μελέτες δείχνουν, ότι αυτές οι εξετάσεις δεν μειώνουν τα ποσοστά θνησιμότητας γενικά, αλλά ίσως να έχουν ένα όφελος στην ανίχνευση γυναικών με υψηλό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών, όπως η κληρονομικότητα. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι το CA-125 είναι αυξημένο στο αίμα στο 50% των γυναικών με κακοήθεια σε πρώιμο στάδιο, αλλά μπορεί επίσης να αυξηθεί και σε άλλες καλοήθεις γυναικολογικές παθήσεις όπως η ενδομητρίωση.

Παράγοντες κινδύνου

  • Οικογενειακό ιστορικό
  • Κληρονομικότητα, αφορά το 5-10% του συνόλου των καρκίνων ωοθηκών (σύνδρομο Lynch 2, ογκογονίδια BRCA1 και 2)
  • Αύξουσα ηλικία
  • Υπογονιμότητα

 

Προστατευτικοί παράγοντες

  • Εγκυμοσύνη
  • Αντισυλληπτικό χάπι
  • Θηλασμός
  • Απολίνωση σαλπίγγων
  • Υστερεκτομία (αφαίρεση μήτρας)

Κληρονομικότητα

Όπως προαναφέραμε, η κληρονομικότητα είναι ισχυρός παράγων κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου των ωοθηκών. Τα τελευταία χρόνια, με την έντονη δημοσιότητα έχει δημιουργηθει η εντύπωση ότι με τις κατάλληλες γονιδιακές εξετάσεις μπορούμε να προβλέψουμε όλες τις περιπτώσεις καρκίνου των ωοθηκών. Όμως η κληρονομικότητα είναι υπεύθυνη μόνο για το 5 με 10% του συνόλου των καρκίνων των ωοθηκών, ενώ οι εξετάσεις αυτές είναι πολύπλοκες, χρονοβόρες, ψυχοφθόρες και κοστίζουν πολύ. Γι’αυτό το λόγο, το ιστορικό της γυναίκας είναι αυτό που θα καθορίσει τη διεξαγωγή αυτών των εξετάσεων στη γυναίκα αλλά και στο κοντινό περιβάλλον.

Το συχνότερο πρόβλημα απαντάται στον πληθυσμό με μετάλλαξη των γονιδίων BRCA-1 και BRCA-2, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 0.25% του γενικού ευρωπαϊκού πληθυσμού.

Γενικά προτείνεται ο γονιδιακός έλεγχος σε γυναίκες με:

  • Ιστορικό καρκίνου μαστού σε ηλικία κάτω των 40 χρονών σε συγγενή πρώτου ή δευτέρου βαθμού
  • Έναν συγγενή πρώτου ή δευτέρου βαθμού σε οποιαδήποτε ηλικία, με καρκίνο μαστού και ωοθηκών
  • Δύο ή περισσότερα περιστατικά καρκίνου του μαστού σε συγγενείς πρώτου ή δευτέρου βαθμού, εκ των οποίων το ένα σε ηλικία κάτω των 50 χρονών ή αμφοτερόπλευρα (και οι δύο μαστοί)
  • Ένα συγγενή πρώτου ή δευτέρου βαθμού με καρκίνο μαστού κάτω των 50 χρονών ή αμφοτερόπλευρα και ένα συγγενή πρώτου ή δευτέρου βαθμού με καρκίνο ωοθηκών
  • Τρία περιστατικά καρκίνου του μαστού και της ωοθήκης (εκ των οποίων τουλάχιστον ένα ωοθήκης) σε συγγενείς πρώτου και δευτέρου βαθμού
  • Δύο περιστατικά καρκίνου ωοθήκης σε συγγενείς πρώτου και δευτέρου βαθμού
  • Ένα περιστατικό καρκίνου μαστού σε άνδρα συγγενή πρώτου ή δευτέρου βαθμού, εάν κάποιος άλλος συγγενής πρώτου ή δευτέρου βαθμού (άνδρας ή γυναίκα) έχει καρκίνου μαστού ή ωοθηκών

Πιο αναλυτικά, οι φορείς της μετάλλαξης BRCA-1 έχουν σωρευτικό κίνδυνο μέχρι την ηλικία των 70 χρονών:

  • 60% για καρκίνο του μαστού
  • 59% για καρκίνο των ωοθηκών
  • 83% για καρκίνο του ετερόπλευρου μαστού

Για τους φορείς της μετάλλαξης BRCA-2 τα ποσοστά σωρευτικού κινδύνου μέχρι την ηλικία των 70 χρονών είναι:

  • 55% για καρκίνο του μαστού
  • 16,5% για καρκίνο των ωοθηκών
  • 62% για καρκίνο του ετερόπλευρου μαστού

Κατά συνέπεια, η προτεινόμενη παρακολούθηση σε γυναίκες που είναι φορείς αυτών των μεταλλάξεων, όσον αφορά στις ωοθήκες είναι 2 φορές το χρόνο κλινική εξέταση από το γυναικολόγο, υπερηχογραφικός έλεγχος και μέτρηση του CA-125 στο αίμα, αρχίζοντας από την ηλικία των 30 χρονών ή 5 με 10 χρόνια νωρίτερα από την ηλικία εκδήλωσης του καρκίνου ωοθήκης σε μέλος της οικογένειας.  Επίσης προτείνεται χειρουργική αφαίρεση των ωοθηκών μετά τα 35-40 χρόνια ή μετά την ολοκλήρωση του οικογενειακού προγραμματισμού.

Λιγότερο συχνή επίπτωση στο γενικό πλυθυσμό έχει το σύνδρομο Lynch, ένα κληρονομικό σύνδρομο που συνδυάζει διαφόρους τύπους καρκίνου σε νεαρότερη ηλικία, όπως καρκίνος του παχέος εντέρου, του ενδομητρίου, των ωοθηκών, του ουροποιητικού συστήματος.

Η θεραπεία του καρκίνου των ωοθηκών είναι κυρίως χειρουργική και είναι αυτή που καθορίζει το προσδόκιμο ζωής, όσο πιο έγκαιρη και εκτεταμένη είναι τόσο καλύτερα.
Όπως σε κάθε ογκολογικό περιστατικό η βέλτιστη θεραπεία εξατομικεύεται και προκύπτει από ομάδα ιατρών διαφόρων ειδικοτήτων.