Παλίνδρομος κύηση

Η συχνότητά της μέχρι τις 20 εβδομάδες της πρώτης κύησης υπολογίζεται από 8 έως 20%, ενώ μειώνεται στο 5% σε γυναίκες που έχουν ήδη ένα παιδί. Επίσης μειώνεται δραματικά μετά τις 15 εβδομάδες (0,6%).

Οι παράγοντες κινδύνου της παλίνδρομου κύησης είναι κυρίως η προχωρημένη  ηλικία της γυναίκας, το ιστορικό, το κάπνισμα, το αλκοόλ. Ενδεικτικά, ο κίνδυνος για μια γυναίκα 35 χρονών μπορεί να φτάσει στο 20%, 40 χρονών στο 40%, ενώ μπορεί να φτάσει και μέχρι στο 80% σε μια γυναίκα 45 χρονών.

Μέχρι και 50% αυτών των αποβολών οφείλεται σε χρωμοσωμικές ανωμαλίες του εμβρύου, οι οποίες εμποδίζουν τη συνέχιση της εγκυμοσύνης. Το υπόλοιπο οφείλεται σε ανατομικές ανωμαλίες της μήτρας (κυρίως η παρουσία διαφράγματος), λοίμωξη του εμβρύου(π.χ Listeria), κάποια διαταραχή στους παράγοντες πήξης (θρομβοφιλία), μια αδιάγνωστη ενδοκρινοπάθεια της μητέρας (π.χ θυροειδοπάθεια), ή ακόμα και για ανεξήγητους λόγους.

Η παλίνδρομος κύηση μπορεί να μην εμφανίζει συμπτώματα, ή να εκδηλώνεται με κολπική αιμορραγία και πόνο χαμηλά στην κοιλιά.

Η διάγνωση γίνεται υπερηχογραφικά και εργαστηριακά, με τη μέτρηση της β χοριακής γοναδοτροπίνης, της βασικής ορμόνης της εγκυμοσύνης.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, έχουμε διακοπή της καρδιακής λειτουργίας του εμβρύου, η οποία συνοδεύεται από πτώση των επιπέδων της β χοριακής γοναδοτροπίνης.

Μερικές φορές, όταν βρισκόμαστε σε πολύ πρόωρη κύηση, η διαφορική διάγνωση με την εξωμήτριο κύηση μπορεί να είναι δύσκολη, αφού το κύημα δε μπορεί να απεικονιστεί υπερηχογραφικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, συνήθως η παρακολούθηση δίνει τη λύση. 

Λόγω της αιμορραγίας, το κύημα αποβάλλεται είτε πλήρως, είτε μερικώς, οπότε χρειάζεται να γίνει απόξεση υπό γενική αναισθησία, ώστε να «καθαριστεί» το εσωτερικό της μήτρας και να σταματήσει η αιμορραγία, η οποία μπορεί να είναι σοβαρή.

Είναι μια κοινή χειρουργική επέμβαση που γίνεται με νοσηλεία μιας ημέρας και που δε θα πρέπει να φοβίζει τις ασθενείς.